Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Αγαπάς σημαίνει κάνεις ένδοξο έναν άνθρωπο. Είναι η μόνη δόξα που θα βρει στη ζωή του.
Γ. Χειμωνάς

κάτι σαν γενέθλια

Κλαίω αυτή τη στιγμή τιγκα στα ανάμεικτα συναισθήματα. Γενέθλια σου λέει ο άλλος και τέτοια. Για να μην πολυλογώ υπάρχουν δύο σκηνικά μέσα μου.

Το πρώτο είναι οι πράξεις και τα τηλεφωνήματα που έγιναν. Να βλέπεις από τόσο κόσμο ότι μετράς. Για κάποιο λόγο ανεξήγητο. Χωρίς να το αξίζω, δεδομένα. Άνθρωποι που από την καρδιά τους σήκωσαν ένα τηλέφωνο ή κάναν και κάτι μεγαλύτερο. Τεράστια χαρά.

Και από την άλλη τα τηλεφωνήματα που δε γίναν. Να περιμένεις όλη μέρα και εκείνο το όνομα να μη σχηματίζεται ποτέ στην οθόνη. Να ακούσεις εκείνη τη φωνή να σου λέει "χρόνια πολλά". Αλλά ρε φίλε σε ξεχνάει. Μέχρι που βράδιασε, το πήρα απόφαση και στρατολόγησα το αλκοόλ.
Τεράστια λύπη.

Σ'αυτή την τεράστια, λοιπόν, θάλασσα κολυμπάω τώρα. Το ένα κύμα με ρίχνει στη χαρά και το άλλο στη λύπη. Καταλήγω πάντως πως αύριο όλα θα είναι καλύτερα. Είμαι πεπεισμένος ότι γενέθλια, πρωτοχρονιές και τέτοια είναι οι χειρότερες μέρες του χρόνου. Όχι επειδή μεγαλώνεις αλλά επειδή σε γεμίζουν με προσδοκίες. Που σπάνια βγαίνουν αληθινές.

Άσχετο αλλά έχω τους καλύτερους φίλους του κόσμου.

υποτροπιάζω

Κοίτα να δεις που φτάσαμε. Να προσπαθώ να σε ξεχνάω. Εκεί μ'άφησες να καταντήσω. Να θέλω να πίνω τα ουισκάκια για πάρτη σου και να μην πρέπει. Έμαθα να πρωτοπίνω επειδή μου μίλησες απότομα ή επειδή θα έκανα να σε δω μια βδομάδα. Και τώρα πίνω επειδή σε ξαναείδα μετά από έξι μήνες.

Χωρίσαμε ρε φίλε, χωρίσαμε. Το λέω για να το ακούσω γιατί έτσι μόνο του, στο κεφάλι μου φαίνεται σαν ανέκδοτο. Δεν πρέπει να μιλάω για σένα γιατί με μαλώνουν οι φίλοι μου. Τώρα λίγο τους ξέφυγα και υποτροπιάζω.

Σ'αγαπώ, το λέω, σ'αγαπώ. Και αυτό δεν κάνει να το πω, θα με μαλώσουν. Από αύριο πάλι στο κουτί του μυαλού μου, κλειδωμένος. Τώρα που οι φίλοι δεν κοιτάζουν, ας το ξαναπώ.
Σ'αγαπώ, σ'αγαπώ, σ'αγαπώ.

μισοί αιώνες αγάπης

Άκουσα σήμερα ένα γέρο να λέει: "Είμαι παντρεμένος 50 χρόνια με τη γυναίκα μου. Άσχετα αν έχει πεθάνει εδώ και 13."
Λυγίζω σαν κλαράκι στο βοριά. Πολύ κλάμα, κωλόχαρτο στα μάτια, σπασμοί του προσώπου για να μην ακουστώ. Οι μπύρες και οι μνήμες, αναγκαστικά μαζί, αρχίζουν να εμφανίζονται. Κλωτσώντας με πάλι, μέσα στη δίνη της αγάπης που παραλίγο να ζήσω.

Αυτό είναι αγάπη γαμώτο. Ο ορισμός της. Κρατημένη να του έχεις, την πιό ευρύχωρη θέση στην καρδιά.
Ακόμα και αν είναι νεκρός και είσαι 80 χρονών.

θα είχε λυγίσει κι ο Θεός

Κάποτε υπήρξε μιά μέρα στη ζωή μου που ήμουν κομμάτια από το ποτό. Όχι ότι είναι μία στον αριθμό, αλλά αυτή τη στιγμή μιλάω για μια συγκεκριμένη.
Όταν χτύπαγε η καταστροφή, πάντα έκανα υπομονή, έδειχνα δύναμη, έλεγα πως όλα κάποια στιγμή θα αλλάξουν. Προσπαθούσα να χαμογελάω λίγο για μένα και λίγο για τους γύρω μου.
Όμως εκείνη τη μέρα με είχαν εγκαταλείψει όλα. Είχα απορρίψει γκόμενες χωρίς κανένα λόγο, δεν κοιμόμουν τον προηγούμενο καιρό, δεν χαμογελούσα και η καρδιά μου ένιωθε σαν να ήταν στην παλάμη του Χαλκ και την έσφιγγε όλο και πιό δυνατά.
Εκείνη τη μέρα ήμουνα έτοιμος για μεγάλες τρέλες.
Ούτε υπομονή και θετική σκέψη δεν είχε ξεμείνει καμία. Απορώ πως το μόνο κουσούρι που μου έμεινε από τότε είναι τούτη εδώ η σκέψη.
Οι φλέβες μου κατα τύχη είναι ακόμα μέσα στο δέρμα μου.
Έπινα, άκουγα τα τραγούδια που της άρεσαν, έκανα προσευχές να γυρίσει, πάλευα να μη σηκώσω το τηλέφωνο και να ξεφτιλιστώ ακόμα μιά φορά.
Θα σε περίμενα για πάντα αν έδειχνες ένα σημείο απλά ζωής.
Αλλά δεν έδωσες.
Παρακαλούσα το Θεό, γονατιστός, κλαίγοντας, με όλη τη δύναμη και την αγάπη που είχα στην ψυχή μου, μέσα στο μεθύσι, να κάνει κάτι.

Έχει περάσει πάνω από ένας χρόνος από τη στιγμή αυτή.

Εκείνη η μέρα ήταν, που σταμάτησα να πιστεύω στο Θεό, στα παραμύθια, στο γυρισμό σου.
Γιατί αν υπήρχε Θεός παντοδύναμος, με τόση αγάπη που έβλεπε να σου έχω, ναι, ακόμα και αυτός που θα τα είχε δει όλα, θα είχε λυγίσει.

για ποιά γράφτηκαν όλα αυτά;

Πολλά γραμμένα από μένα για σένα. Γραμμένα εδώ, εκεί, παραπέρα.
Απορώ συχνά που βρίσκω υπομονή και σκαλίζω προηγούμενα, μέχρι να λάβω την αίσθηση ότι γράφτηκαν όλα.
Προσπαθώ να περιγράψω με μεγαλύτερη λεπτομέρεια το συναίσθημα, έτσι ώστε όποιος διαβάζει να μην έχει καμμιά αμφιβολία για το πόσο αγάπησα αυτή τη γυναίκα.
Θα ήθελα να με θυμούνται μάλιστα, νομίζω, μέσω της αγάπης μου για αυτή τη γυναίκα.

Αν με ρωτήσει κάποιος: "Για ποιά τα έγραψες όλα αυτά;"
Θα μου έρθει, εύκολα κιόλας, ένα πρόσωπο στο μυαλό. Αυτή.
Κι όμως, σκέφτηκα χτες ανάμεσα στο κωλόκρασο που έπινα. Αν ακόμα δεν την έχω γνωρίσει;
Αν δεν είναι αυτή το θολό πρόσωπο που βλέπω καμμιά φορά στα όνειρα μου, νιώθοντας τη ζεστασιά του;
Μήπως το ρόλο "γυναίκα της ζωής μου" τον έχω αναθέσει σ'αυτή με το ζόρι;

Δεν ξέρω τι θέλω να πιστέψω, μπερδεύομαι, ίσως όμως τα λόγια μου να μην έχουν βρει τελικά, το αληθινό πρόσωπο που τόσο καιρό χαϊδεύουν.

γυμνό στολίδι

Όνειρο μου μεγάλο είναι να ταξιδέψω σε χώρες μακρινές με γαλάζια νερά και άσπρη άμμο.
Να κοιτάξω όλες τις ομορφιές του κόσμου.
Δάση, ωκεανούς, και λοιπές περιπέτειες. Και σε πολλές περιπτώσεις το έχω κάνει.

Τη μεγαλύτερη περιπέτεια, όμως, την έζησα για τόσο λίγο. Αυτό μου είχε γράψει ο Θεός.
Και λόγω της σχετικότητας του χρόνου εμένα μου φάνηκε ένα τσιγάρο δρόμος, ακόμα και αν περάσαμε μαζί αρκέτα χρόνια. Συνέχεια στα όρια.
Οι ομορφότεροι λόφοι που κοίταξα ήταν από δέρμα. Δικό σου.
Το πιό όμορφο θέαμα, το γυμνό κορμί σου. Ποτέ δεν τελείωσα την εξερεύνηση πάνω του.
Μέσα στις χαζοατέλειες της τέλειας ομορφιάς σου.
Δεν ξεπερνιέται αυτή η ομορφιά. Όταν δω άλλο γυμνό κορμί, θέλω αμέσως να καλυφθεί, να κρυφτεί. Με χαλάει.

Εσύ ήθελα να κάθεσαι γυμνή κοντά μου. Να σε πειράζω.
Να σε δαγκώνω και να κόβω κομμάτια ευτυχίας από τη ζωή σου.

Το κορμί σου είναι το μόνο μέρος που οι χάρτες δεν το γράφουν, τα πλοία δεν το φτάνουν αλλά η καρδιά μου δεν το ξεχνάει.

μαξιλάρι

Καμιά φορά μου ξανάρχεται να γράψω πιασμένος από σκέψεις και ευχές άλλης εποχής. Αυτή τη φορά θυμήθηκα το μαξιλάρι σου. Με τη μυρωδιά σου.
Που σ'όποιο μέρος της Γης να ταξιδέψω, όσο και να ψάξω ή πληρώσω δε μπορώ να ξαναμυρίσω.
Από το πρωί στη δουλειά ονειρευόμουνα το μεσημεριανό ύπνο στο μαξιλάρι σου. Να μυρίσω το ναρκωτικό μου.
Να το είχα και τώρα. Το ξέρω, αυτή η απεγνωσμένη νοσταλγία πρέπει να σταματήσει άλλα μια κουβέντα είναι αυτό για εμάς, τους πιό αδύναμους ανθρώπους.
Να το έπαιρνα στο στρατό μαζί μου, στη δουλειά, στις εξόδους μου.
Και όταν θα σ'έχανα για πάντα, να πέθαινα από ασφυξία της μυρωδιάς σου. Ο απόλυτα ιδάνικος και ονειρεμένος θάνατος.

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

τη μέρα που θα σβήσει ο ήλιος

Θα έρθει εκείνη η μέρα, που ο ήλιος σου δε θα λάμπει τόσο φωτεινά. Και θα σταμάτησουν να τρέχουν οι αγαπητικοί πίσω από τα μακριά σου πόδια. Τότε που το βόλλεϋ θα έχει απαγορευτεί και θα έχεις παχύνει ανεπανόρθωτα. Οι ρυτίδες θα έχουν αρχίσει να κάνουν τις πρώτες μόνιμες επισκέψεις χωρίς να πάρουν πρώτα τηλέφωνο, ενώ κάθε χρόνος θα είναι όλο και πιό βαρύς στο στομάχι. Τότε και μόνο τότε θα αρχίσει η περίοδος περισυλλογής σου και έντονου διαλόγου-επιτέλους!- με τη μοναξιά σου. Θα βλέπεις και η ίδια στον καθρέφτη, έναν άνθρωπο θαμπό, κουρασμένο, αποτυχημένο, αλλά πιά στα αποδυτήρια. Έχοντας πάρει σύνταξη από τον αγώνα της ζωής.

Εκείνη τη μέρα θα με ξαναθυμηθείς. Όταν θα είναι πιά αργά.
Εκείνη τη γαμημένη μέρα, είμαι σίγουρος ότι θα αναρωτηθείς, αν θα μπορούσα, χρόνια πριν, να σε σώσω από αυτό το μαρτύριο.

paris

“I loved you like a man loves a woman he never touches, only writes to, keeps little photographs of.”
Charles Bukowski


Δε θυμάμαι καθόλου πιά, πως είναι να σ'αγαπώ και να είσαι παρούσα στη ζωή μου

σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα X

Ένας δυστυχισμένος αλκοολικός. Αυτό νιώθω καθώς πιέζονται τα πλήκτρα στο κινητό μου. Πώς έφτασα πάλι σε τέτοια κατάσταση και τι με σπρώχνει πάλι στο να γράψω. Θα μπλέξω αυτή τη φορά το αλκοόλ αλλά και την αντικοινωνικότητα μου. Γιατί ο Θεός δε με έφτιαξε σαν τα άλλα παιδάκια, να θέλω να γίνω μέλος μιας παρέας που αν και συναντήθηκε για ένα βράδυ, όλοι παλεύουν για να περάσουν καλά. Γιατί να μη μπορώ να ακούω ασημαντότητες από γκόμενες που ούτε το όνομα τους δεν ξέρω και να γελάω συγκαταβατικά ενώ στο μυαλό μου τρέχουν τα χειρότερα.

Λυπάμαι που δίνω αξία μόνο σε μετρημένα πράγματα στη ζωή. Και π.χ, μια άγνωστη παρέα δεν είναι ένα από αυτά. Όμως τα μετράω λάθος. Αλλά τι να κάνω που όταν πίνω αναπνέω αληθινά. Μ'αρέσει άπειρα το ποτό ρε πούστη. Θα μπορούσες να το πεις και αγάπη. Όπως και τα αράγματα μέχρι το πρωί.

Α ρε χαζό, θα τα άφηνα όλα. Θα κοιμόμουνα από τις 11 χωρίς γουλιά. Αρκεί να ήσουν κάπου στο κάδρο. Άλλωστε, οι ωραιότερες μέρες της ζωής μου δεν είχαν ποτό, αλλά εσένα.

                                          
                                              (από τις σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα)

8 years after

Το κορίτσι φορούσε μια φαρδιά παντελόνα γεμάτη χρώματα και ένα άσπρο μπλουζάκι από πάνω. Το αγόρι ούτε που θυμάμαι. Ούτε γένια δεν είχε καλά καλά. Και στην καρδιά κάτι ψιχάλες από παλιές βροχές έρωτα. Κάθισαν στο παγκάκι που δεν υπάρχει πια και άρχισαν να μιλάνε. Λέγανε κάτι για βόλεϋ αν και το αγόρι είχε κολλήσει στο χαμόγελο της. Χρόνια μετά μόνο αυτό έχει εντυπωθεί στη μνήμη. Δεν έβρισκε αυτά που έλεγε ούτε τόσο φοβερά, ούτε τόσο αστεία ομως σαν μαγνήτης κάτι το τραβούσε πάνω της. Στα πέντε πρώτα λεπτά, ώρα πρίν φιληθούν, ήξερε ότι είχε μπροστά του τη γυναίκα που θα του σημάδευε τη ζωή.

Θυμάμαι τόσο καλά εκείνη τη μέρα. Το τι δικαιολογία βρήκανε για να φιληθούν, το πως δεν ξεκολλούσαν, τα παιδιά που γύρω τους βόλταραν με τα ποδήλατα, χωρίς να καταλαβαίνουν το θαύμα που γεννιότανε μπροστά τους, το καλοκαιρινό απόγευμα που ακόμα πού και πού το βλέπει στις πρώτες τους φωτογραφίες.

Άσε τα πανηγύρια που έκανε όταν πήγε σπίτι.

Τα χρόνια πέρασαν. Τα γένια του μεγάλωσαν μαζί της.

Όλα αυτά διασκορπισμένα τριγύριζαν στη μνήμη μου, ενώθηκαν ξανά με μία ερώτηση σε ένα χαζό παιχνίδι μεταξύ καινούργιων φίλων. "Ποιά είναι η πιό ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου;"
Άντε και εξαιτίας της ημερομηνίας που δεν αφήνει και πολλά περιθώρια να ξεχάσω.
Θα πάθαινα τα πάντα για να ξαναζήσω αυτή τη μέρα.
Σαν σήμερα. 8 χρόνια πρίν.

Θήβα
30/7/2012

σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα IX

Πού είσαι τις στιγμές που λιώνω από στεναχώρια; Τις στιγμές που με πνίγει η αδικία. Κλείνει ο λαιμός και οι λυγμοί γίνονται υποχρεωτικοί. Ήσουν η βαλβίδα που τα αποσυμπίεζε όλα. Ότι και να μου κάνανε εγώ είχα εσένα. Και δε μπορούσαν να σε πάρουν από μένα. Πως μπορούσα να νιώθω αδικημένος, άτυχος; Όλα επανέρχονταν μ'ένα τηλέφωνο. Μεγάλη ευλογία θυμάμαι αυτή η συσκευή. Μέχρι που σταμάτησες να παίρνεις. Και μ'άφησες μόνο με τα προβλήματα μου. Και έγινε το τηλέφωνο η χειρότερη συσκευή του κόσμου. Χτυπάει απ'όλους, ποτέ από σένα.

                                  (από τις σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα)

ακαταλαβιστικο

Ρόδα η ζωή και αφήνεται στο στροβίλισμα. Ξαφνικά έχω δίκιο για τα ρούχα και τα σκουλαρίκια σου. Για την εμμονή μου για πράξεις και όχι για τζάμπα λόγια που με γέμιζες. Με παρουσιάζεις ξανά σαν άγιο, παντογνώστη όπως κάνουν μόνιμα οι ερωτευμένοι. Μόνο αυτό δεν ξέρω αν είσαι. Και θα πέθαινα για να πάρω αυτή την απάντηση. Και μετά να σε παντρευτώ όπως συμφωνήσαμε.

Σ'αγαπάω πολύ περισσότερο καιρό από σένα, ότι και να λες, φαίνεται άλλωστε από όπου και να με κοιτάξεις. Και ανάποδα να με γυρίσεις αγάπη για σένα μόνο θα πέσει. Δεν έχω τίποτα άλλο. Όχι ότι χρειάζομαι κάτι άλλο. Και τόσο πόθο για σένα που μερικές φορές δε μπορώ να αναπνεύσω. Κάποιος είπε ότι ο πόθος είναι το αντίθετο του θανάτου. Μεθάω λοιπόν, κουφάλες, με το κρασί της Αθανασίας.   

αναβάλλεται

Αναβάλλεται η ζωή για λίγο. Δε θα συνέβαινε και τίποτα, το ξέρω. Λίγες ώρες πριν και άγχος δεν υπάρχει, μόνο στεναχώρια για το χαμένο χρόνο. Αλήθεια ο χαμένος χρόνος είναι λιγότερο σημαντικός από την Ελλάδα;

Αναβάλλονται τα όνειρα, τα ξύδια, τα ξενύχτια. Δεν πειράζει κιόλας, καλό θα μου κάνει. Ποιός άλλωστε θέλει να πίνει, να βγαίνει, να ξενυχτάει, να κάνει μπάνια μέσα στο κατακαλόκαιρο; Το συκώτι μου μόνο θα βγει πιό εκπαιδευμένο και πιό δυνατό, έτοιμο για τα χειρότερα.

Λίγες ώρες πριν και ήδη δε μ'αναγνωρίζω στον καθρέφτη. Όμως θα μπορούσαν όλα να αναβληθούν και πάλι. Σκέφτομαι τι άνθρωποι είναι οι λιποτάκτες, οι ανυπότακτοι και οι δήθεν τρελοί. Τι συνέβη στη ζωή τους και θέλουν να αποφύγουν το αναγκαίο κακό;

Λίγες ώρες μένουν. Πολλές όμως για να λάβω ένα μήνυμα, ένα τηλέφωνο, ένα email, οτιδήποτε.

Ένα σημάδι που θα μ'έκανε λιποτάκτη.

τα ίχνη σου στον κόσμο

Κάτι μαγικό συμβαίνει στη ζωή όλων μας. Υπάρχουν άνθρωποι και στιγμές που δεν πεθαίνουν ποτέ, που η παρουσία τους μας υπενθυμίζεται σε ανύποπτες στιγμές, στα πιό απίθανα μέρη, με απίστευτους τρόπους και κυρίως χωρίς την έγκριση μας. Οι άνθρωποι αφήνουν ίχνη στον κόσμο. Μ'αρέσει ακόμα και ο ήχος της φράσης. Ίχνη στον κόσμο. Αφήνουν βιβλιαράκια αγάπης με ένα "σ'αγαπώ" στην πρώτη σελίδα. Αφήνουν αναμνήσεις από ένα αγαπημένο τραγούδι που ακούσατε μαζί. Αναμνήσεις από την επιμονή ενός σκύλου να ανεβαίνει το πρωί στο κρεβάτι και εσείς να γελάτε. Από τη μυρωδιά του δέρματος. Από το μέρος του πρώτου σας φιλιού. Και χιλιάδες άλλες που τα μάτια μου δεν επιτρέπουν να γράψω. Έτσι λοιπόν, όταν ξαναπέσει στα χέρια σου το βιβλιαράκι ή ακούσεις ξανά το τραγούδι αυτό ή δεις ένα σκύλο ίδιας ράτσας ή μυρίσεις στο δρόμο κάποια με τ'άρωμα αυτό ή περάσεις από το μέρος του πρώτου σας φιλιού, θα επιστρέφουν τα μαλλιά, τα δάχτυλα, τα σκυλιά, τα χείλια της.

Ειρωνία που τρέχουν τα μάτια μου από κάποιο κρύωμα τώρα, αν και θα μπορούσα να κλαίω από συγκίνηση. Παρατηρώ ότι γίνομαι πολύ μελό τελευταία όπου και να γράψω και δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Όσο μεγαλώνω γίνομαι όλο και πιο κλάψας τελικά. Σαν τις γριές που κλαίνε για τα τούρκικα σήριαλ του ΑΝΤ1 . Αυτός ο χρόνος μου έπεσε πολύ βαρύς. Νιώθω ότι μεγάλωσα απότομα, ενώ ο Θεός με καταριόταν δείχνοντας μου την Αγάπη. 
"Συγχώρα με, Αγάπη μου, που ζούσα πριν να Σε γνωρίσω" που έγραψε κι ο Τάσος Λειβαδίτης.

σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα VII

Είχα ξεχάσει πως είναι να μεθάς με κρασί. Εντάξει και λίγο μπίρα για σβήσιμο. Kαι λίγη ρετσίνα για το σβήσιμο του σβησίματος. Χορεύοντας ζεϊμπέκικα για τα χρόνια που θα έρθουν. Μέσα στο σεβντά που χρωματίζει ολόκληρες ζωές. Σκέφτομαι πως δε θα είμαι μόνος πιά. Και άλλοι θα είναι σκυθρωποί, απεγνωσμένοι, απαισιόδοξοι. Θα σκύβουμε το κεφάλι μαζί. Οι υπόλοιποι για την οικονομική κρίση, εγώ, χωρίς να το πω σε κανένα, για αυτήν. Ήρθε ο κόσμος στα μέτρα μου επιτέλους.

Τι να της έλεγα. Ευχαριστώ ή παρακαλώ. Για όλη αυτή την αγάπη. Αλλά δε χωράει πληρωμή.
Καμμία λέξη. Όταν δύο άνθρωποι έχουν την ανάσα του άλλου για βραβείο, τα έχουν μάλλον καταφέρει.

                                               (από τις σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα)
Τα απομεινάρια μας σε μιά φωτογραφία ενός τοίχου. Και ένα απέραντα χαραμισμένο 'ζω' που έρχεται.


Ο χειρότερος τρόπος να σου λείπει κάποιος είναι να τον έχεις 2 μέτρα μακριά σου, αλλά όχι πλέον στη ζωή σου.

Moon Avenue

Μα τι φεγγάρι είναι αυτό; Το πόσο βαρετό μου φαινόταν πάντοτε το να μαθαίνω για τους πλανήτες, τους δορυφόρους, τις ατμόσφαιρες και τα διαστημόπλοια δε λέγεται. Αν δίναμε πανελλήνιες στην αστρονομία θα ήμουν στο ΤΕΙ αποξήρανσης Ζωνιανών. Αλλά το φεγγάρι σα να έχει μαγνήτη. Περιπλανιέται το βλέμα στο σκοτάδι και μαγικά καταλήγει πάντα εκεί. Και πριν στρίψει πάλι, θα αφιερώσει κάποια λεπτά στο άσπρο φως. Δε θ'αρχίσω τα κλασσικά "γιατί δεν είσαι εδώ;" ή "να βλέπαμε μαζί το φεγγάρι" γιατί έτσι κι αλλιώς και ένα σκουπιδιάρικο να δω ίσως θυμηθώ κάποια στιγμή πριν χρόνια που τρέχοντας στην Αθήνα κολλήσαμε πίσω από ένα παρόμοιο σκουπιδιάρικο και φιλιόμασταν μέσα στη μπόχα γελώντας. Δε θα το ευτελίσω το φεγγάρι. Υπάρχει για όλους, δίνει το φως και την ομορφιά του σε όλους, ταρακουνάει κόσμους δίπλα μου που δε συγκινούνται με το παραμικρό.

Πάντα τρελαινόμουν να κολυμπάω στο φεγγαρόδρομο. Θυμάμαι σα χτες στην Αντίπαρο, λιώμα, να βγάζουμε ρούχα και να βουτάμε. Όμως σήμερα το φεγγάρι δεν έχει σχηματίσει απλά ένα δρόμο. Ολόκληρη ασημένια λεωφόρο χαίρομαι απ'το μπαλκόνι μου. Είναι Μάης, νύχτα και έχει κρύο αλλά το σκέφτομαι να βουτήξω. Αυτό το στολισμένο μονοπάτι πρέπει να οδηγεί σε σένα. Αλλιώς, στην καλύτερη, θα με φαν τα ψάρια.

η μεγάλη πλάνη

Αμφισβητώ την εκούσια δυστυχία. Ειδικά την πολύχρονη εκούσια μιζέρια. Ψάχνω λόγους που μπορεί να μην κοιμάμαι τα βράδια και τρόπους για να το αντιμετωπίσω. Βρίσκω τα τελευταία χρόνια κάτι αιτίες που μάλλον δε θα είναι οι πραγματικές για να με βασανίζει ακόμα η στεναχώρια και η ξαδέρφη της η αυπνία. Όπου να'ναι θα χαράξει πάλι και το φως που θα μπεί απ'τις χαραμάδες θα με βρεί ξύπνιο. Περίεργο που το ίδιο φως, την ίδια ώρα, για άλλον είναι το ξεκίνημα της μέρας και για άλλον το τέλος. Κάπως έτσι είναι όλη η ζωή. Τελοσπάντων επειδή τέτοιες ώρες γίνονται οι πιό έντιμες σκέψεις αρχίζω να κατηγορώ από δω κι από εκεί. Τα χρόνια, όπως και η ώρα, είναι περασμένα και είναι αργά για να κατηγορήσω πιά τον εαυτό μου.

Μάνα, γιατί σαν παιδί μου έδωσες τόση άνευ όρων αγάπη, που έφτασα να πιστεύω ότι όλες οι γυναίκες αγαπάνε έτσι;

σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα IV

Ρουφάμε τα τζιν και πάλι το όνομα σου στην κάθε γουλιά. Στις ατέλειωτες ώρες που καθόμαστε όλο λέω για σένα. Σε ότι ερώτηση και να γίνεται έχω ως σημείο αναφοράς εμάς, π.χ όταν με ρωτάνε τι προτιμάς βουνό ή θάλασσα απαντάω "Α με την Σοφία (μούφα όνομα προφανώς) μας άρεσε πάντα να πηγαίνουμε στη θάλασσα". Όλα τα έβλεπα μέσα απο σένα. Δεν έχει σημασία το πριν ή το μετά. Εσύ θα απαντάς όπως κάθε λογικός άνθρωπος, με βάση το παρόν. Ακόμα και αν δεν τον αγαπάς τόσο θα σκέφτεσαι "Ας κουρδίσω το μυαλό μου σύμφωνα μ'αυτή τη σχέση και όχι με προηγούμενες. Και ας είχαν μεγαλύτερη ένταση ή συναίσθημα".

Πονάω από νοσταλγία. Αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Πολύ μ'αρέσει αυτή η φράση. Πονάω από νοσταλγία. Δε θέλω να επιστρέψεις εσύ σε μένα αλλά θέλω να επιστρέψω εγώ στις στιγμές που ήμουνα καλά. Λύνεται η γλώσσα ξαφνικά, χαμένοι πάλι στον καπνό,  αναμασώντας τα ίδια θέματα που ποτέ δε βαριόμαστε ν'αναλύουμε.
Και αν αλλάξει καμμιά φορά το θέμα, σκεφτόμαστε τα πάνδεινα της Ελλάδας. Που οι πλουσιότεροι άνθρωποι είναι οι πολιτικοί μας και ο ιδιοκτήτης της κάβας που πηγαίνουμε.

                                     (Από τις σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα)

Μεγάλη Παρασκευή: η συνάντηση

Μεγάλη Παρασκευή επιτέλους. Μια μέρα που δε νιώθω παράτερα, διαφορετικός και χωρίς λόγο θλιμμένος. Όλοι γύρω μου σήμερα έστω και κατά συνθήκη δείχνουν συγκλονισμένοι από τα πάθη του Χριστού. Για τα πάθη του διπλανού μας βέβαια όλο το χρόνο δεν δίνουμε δεκάρα. Αλλά αυτοί είμαστε. Φέτος βέβαια και εγώ νιώθω το Θείο Δράμα πιό έντονα. Μέσω του δικού μου δράματος. Του δράματος που εξελίσεται αυτές τις μέρες στην πόλη που γεννήθηκα. Ότι έχει γραφτεί από μεριάς μου εδώ μέσα αφορούν μια συνάντηση με κάποια που δε γίνεται ποτέ. Και όμως έγινε. Την είδα φωτισμένη, πανέμορφη μέσα στα άσπρα. Είχα κάνει του κόσμου τις πρόβες για αυτή τη στιγμή. Και είχα αποφασίσει ότι απλά θα προσπεράσω και θα χαιρετήσω με ένα νεύμα. Και το έκανα. Προσπέρασα από το τραπέζι της και πήγα στις σκάλες που δε μ'έβλεπε και σταμάτησα να το παίζω ο βαρύς άντρας που όλοι θα θαυμάζατε. Πέρασαν τα τρία πιο βασανιστικά λεπτά της ζωής μου και σαν το σκύλο με την ουρά στα σκέλια πήγα να της μιλήσω φορώντας τη στολή του σούπερ κουλ τύπου. Τα μάτια της έλαμπαν πιό έντονα και από τα αστέρια στις ξάστερες νύχτες του Αυγούστου. Έβλεπα σ'αυτά τα μάτια ότι η φλόγα δεν έχει σβήσει. Όχι ότι δεν το ήξερα. Τυχαία αγγίγματα για να νιώσουμε με την αφή αυτό που κάποτε ήταν δικό μας. Ένα χέρι, ένας ώμος, ένα μάγουλο. Τι φοβερό πράγμα η αφή. Δε μπορούσαμε να πάρουμε τα χέρια μας από τα σώματα μας. Το θέαμα για κάποιον τρίτο θα ήταν τουλάχιστον αστείο. Ο χρόνος δεν κυλούσε πιά. Αν έμενα εκεί για πάντα θα ζούσα μέχρι τα 200. Για πολλόυς λόγους. Ήθελα να φωνάξω σε όλο το μαγαζί "γύρνα πίσω". Με ότι όρους θες, σε όποιο μέρος του κόσμου θες. Αυτό που θέλω ,γελοία μου, στη ζωή είναι αυτό που ονειρεύονται τα μάτια σου. Καμμία προσωπική βούληση ή επιθυμίες. Μόνο να φιλάω τα χείλια σου που σαν μαγνήτης έλκουν τα δικά μου. Θα σπουδάζω μέχρι να πεθάνω αν θες επιστημονιλίκια. Θα παρατήσω ότι κάνω στη ζωή μόνο για να υπάρχεις γύρω μου. Φυσικά δεν είπα τίποτα από όλα αυτά. Δε μπορούσα παρά να συνεχίζω να το παίζω κουλ. Λες και η αξιοπρέπεια φέρνει την ευτυχία.

Σήμερα κάπως συνέρχομαι. Βέβαια έχω ένα μόνιμο σφίξιμο και μια προσμονή ότι κάθε στιγμή μπορώ να την ξαναδώ. Δεν έχω όρεξη για τίποτε άλλο, αφού ξυπνάω κάθε 2-3 ώρες το βράδυ να δω μήπως μου έστειλε να βρεθούμε. Η απόλυτη κατάντια. Όμως οπως έλεγα και σε δύο φίλες χτες πιστεύω ότι μπορώ να ξανανιώσω αυτό το συναίσθημα και με άλλο άνθρωπο. Βασικά είμαι σίγουρος. Είναι πολλά όμως. Είναι το timing, η άλλη να μην έχει κάποιον στη ζωή της και να υπάρχει και η έλξη. Που αυτά μάλλον δεν είναι και τόσο εύκολα.

Μέχρι να συμβούν όλα αυτά, θα παγιδεύομαι σε περασμένα μεγαλεία και αγάπες που όσο και αν με κόβει χίλια κομμάτια που το λέω ζούνε μόνο στο μέρος του εγκεφάλου που κατοικεί η μνήμη.

σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα V

Πόσο άσχημο είναι το οτι ξέρω πως ποτέ δε θα κοιμηθείς για μένα στο πάτωμα έχοντας καπνίσει δυο πακέτα τσιγάρα και κατεβάσει ένα μπουκάλι ουίσκι. Εγωιστικό μέχρι αηδίας αλλά ίσως κάτι να άλλαζε αν ήξερα μέχρι που θα έφτανες για μένα.

                  (από τις σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα)

ορκίζομαι

Σε περίμενα σήμερα ανάμεσα στον κόσμο. Η πιό ευτυχισμένη στιγμή της ζωής λένε. Κοίταζα μέσα σ'αυτή την ηλίθια ενδυμασία ανάμεσα στους βαρετούς λόγους των πρυτάνεων μήπως βρω την αφορμή που σήμερα θα μ'έκανε ευτυχισμένο. Σίγουρα αυτός δεν ήταν ένα χαρτί που μέσα στην αναμπουμπούλα κρατούσα στα χέρια μου.
Σιχαίνομαι γενικά τους όρκους, ιδιαιτερα δε προς την επιστήμη, τον Ιπποκράτη ή το Μιραλάς. Σιχαίνομαι τη δέσμευση, τα πρέπει, τη δεοντολογία. Μασούσα την τσίχλα μου σαν σπάσιμο στα αρχαία που διάβαζε ο φύτουλας του έτους. Έκανα με το χέρι το σήμα του όρκου όπως μας ζητήθηκε.

Ορκίζομαι στον εαυτό μου να ζήσω τα όνειρα μου, να μην αφήσω άλλο χρόνο να περνάει, να επιστρέψω στη ζωή.
Ήταν όρκος βαρύς. Μπροστά σε συγγενείς, φίλους, καθηγητάδες.
Όρκος απάτητος, παντοτινός.

σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα ΙΙΙ

Αυτός που έχεις τώρα, πάνω στο φιλί όταν κλείνει τα μάτια, τι βλέπει;
Βλέπει μήπως το Χριστό φαντάρο;
Βλέπει μήπως αστεράκια;
Βλέπει μήπως το δεσπότη Παναγιώτη;
Βλέπει τη εικόνα του σε 20 χρόνια να σε φιλάει με το ίδιο πάθος;

Γιατί εγώ αυτά έβλεπα.

                                         (από τις σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα)

ριζωμένο βαθιά

Σήμερα θα έπρεπε να βλέπω αστεράκια. Θα έπρεπε να είμαι πολύ χαρούμενος. Πυροτεχνήματα να ανάβανε στον ουρανό μόνο για μένα. Λέω πως πήρα το πτυχίο. Απο σήμερα μπήκα επιτέλους και επίσημα στο κλάμπ των ανέργων αυτής της χώρας. Είμαι και εγώ μέρος πια των στατιστικών και των προβλημάτων.
 Όπως πήγα σήμερα που είχε υπέροχη μέρα στο αγαπημένο μου παραλιακό μέρος να πάρω τους δικούς μου να τους πω τα ευχάριστα ήρθα αντιμέτωπος με ένα πολύ δυσάρεστο θέαμα.

 Είχα γράψει πριν κάποιους μήνες για το δέντρο μου.
 Το δέντρο που έγερνε. Το δέντρο που είχα χαράξει το όνομα σου.
 Πήγα λοιπόν σήμερα πάλι εκεί, στέκομαι στο μέρος που θα έπρεπε να βρίσκεται αλλά αυτό δεν ήταν εκεί.
 Την έχω ξαναπατήσει έτσι και λέω πάλι λάθος έκανα, θα είναι λίγο πιο δίπλα.
 Όμως με μια δεύτερη ματιά δεν ήταν εκεί. Το είχαν κόψει.

 Μου έπεσε κυριολεκτικά από τα χέρια το κινητό.

 Είμαι υπέρμαχος του περιβάλλοντος αλλά δε στεναχωριόμουν εκείνη τη στιγμή για το οξυγόνο του πλανήτη μας.
 Είχε περάσει τόσα αυτό το δέντρο. Το δεντρί μου.

 Αυτό που με σκότωσε είναι ότι είχα δώσει όρκο στον εαυτό μου πως όταν και αν κοπεί ποτέ αυτό το δέντρο εμείς έχουμε τελειώσει. Μαζί με κάτι σημάδια που έχω ακόμα στο σώμα μου αυτό ήταν το τελευταίο κομμάτι του παζλ που σε θύμιζε. Ακόμα όμως και τα σημάδια για ανεξήγητο λόγο φεύγουν απ'το σώμα μου. Ήρθε μάλλον η ώρα που απευχόμουν τόσο καιρό. Η ώρα να το πάρω απόφαση.

 Πριν φύγω παρατήρησα ένα εξόγκωμα στο μέρος που στεκόταν το δέντρο. Ήταν οι ρίζες του που είχαν σκάψει το χώμα και πάλευαν να βρούν το φως. Αυτές δε θα του τις πάρει ποτέ κανένας, σκέφτηκα. Το δέντρο θα υπάρχει πάντα εκεί, πονεμένο και χωρίς να το φέρει ξανά στη μνήμη του κανείς. Έτσι φαντάζομαι και την καρδιά μου. Μ'ένα μικρό εξόγκωμα που το προκαλεί ακόμα το ονομά σου. Δε φαίνεται τίποτα, όμως θα παραμένεις πάντα εκεί, σαν το δεντρί, ριζωμένη καλά, παλεύοντας να βγεις στην επιφάνεια.

προσευχή του εγωιστή

Έλα μαζί μου, ήθελα να της πω. Θα μετατρέψω κι εγώ το διαμέρισμα μας σε ένα μέρος μακριά από τον κόσμο, δε θα αφήνουμε κανένα να επεμβαίνει στη ζωή μας αν δεν το θέλεις εσύ, θα ξηλώσω το παρκέ για να φτιάξεις το δικό σου κήπο, θα μάθω να πετάω αεροπλάνα έστω κι αν είναι χάρτινα. Θα κάνουμε το σπίτι μας σκοτεινό θάλαμο, δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο που να του πηγαίνει τόσο πολύ το κόκκινο φως. Θα σου φτιάξω παραλίες με άμμο πάνω στα κεραμίδια.
Θα ανακαλύπτουμε τη ζωή κάθε πρωί.
Δεν τη φοβάμαι πια την ευτυχία, θα μάθω να την καλωσορίζω χωρίς να νιώθω χάλια επειδή δεν είμαι χάλια, δε θα μου φαίνονται πια ύποπτα τα όνειρα αν δεν είναι εφιάλτες. Ανέβα στο τρένο και γύρνα πίσω εκεί που ανήκεις. Και εμείς οι μεγάλοι εγωιστές μπορούμε να ζήσουμε ένα μεγάλο έρωτα.

σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα ΙΙ

Bacardi speaking. Αφού εγώ δεν έχω πια φωνή. Έχουν χαθεί τα πάντα. Και φωνές και βρισιές και παλικαριές.
Άκουσα σήμερα κάποια να λέει ότι έκλαψε πρώτη φορά για τον άνθρωπο της 15 χρόνια μετά που έφυγε. Και τότε τον ξεπέρασε.
Δε θέλω να περιμένω και εγώ 14 χρόνια. Κλαίω παρακαλώντας το Θεό να με λυπηθεί. Δεν αξίζω αυτό το τέλος.
Αντί για 15 χρόνια προτιμώ μια σφαίρα. Θέμα αριθμητικής και αντοχής.

Θέλω σε όλους να λέω για μας. Να σε κρατήσω ζωντανή.
Βαρέθηκα να μιλάω σε μένα για σένα.
Θέλω να ευχηθώ σε όλους όχι να έχουν τη σχέση μας. Αλλά να μην αγαπήσουν όπως εγώ.
Για να μην καταλήξουν, αιώνιοι losers, να τα λένε σε αγνώστους σε ένα blog που δε διαβάζεται ποτέ.

Είμαι σίγουρος ότι εσύ λες το αντίθετο στους γνωστούς σου.
"Εύχομαι να αγαπήσετε όπως εγώ".
Γιατί πιστεύεις ότι αγάπησες πολύ. Και το σέβομαι. Ίσως εσύ έχεις το δίκιο. Εγώ να είμαι απλά ένας μεθυσμένος.

                                             (από τις σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα)

Λογικό;

Όλες οι σχέσεις τελειώνουν. Λογικό.
Και πρέπει το παρελθοντικό συναίσθημα να μπαίνει στο συρτάρι. Λογικό.
Γιατί άλλωστε πώς αλλιώς να ζήσεις όταν το μέλλον ποτέ δε ρωτάει αν θές να του κάνεις παρέα.
Οφείλουμε όλοι ένα έντιμο μέλλον όπως ζητήσαμε και ένα έντιμο παρελθόν.
Σε εμάς και στους ανθρώπους που με μια μαγική κλωστή ο χρόνος θα μας δέσει μαζί τους.
Έτσι γίνεται και έτσι πρέπει να γίνεται.
Δεμένα με αόρατη κλωστή τα βήματα μας.
Σα μαριονέτες σεξπηρικού δράματος.
 
Αλλά δε μπορεί να είσαι δεμένος με πολλούς.
Δεν αντέχεται η μοιρασιά.
Πρέπει να μπει ένα τέλος στο παρελθόν.
Ακόμα και αν το συγκεκριμένο παρελθόν περικλείει τόση αγάπη και κυρίως τα πρώτα νεανικά χρόνια.
Που έχουν τ'άρωμα σου, τη γλύκα, τη νοστιμάδα σου.
Πρέπει να φύγουν μαζί με σένα, όλα όσα σε θυμίζουν.
Άντε και ας πετάξω τα γράμματα, ας μήν ξαναδιαβάσω τα mail, ας κάψω τα δώρα. Θα χάνω την ώρα μου. Πιο πολύ απ'ολα σε θυμίζει ο άνθρωπος που γράφει τώρα στον υπολογιστή. Ο άνθρωπος που έχει τα μάτια μου και φοράει τα ρούχα μου.
Αφού μεγαλώσαμε μαζί. Λογικό.

Η ιατρική δεν έχει βρεί ακόμα πως σβήνεται το μυαλό. Ούτε ο πόθος.
Πρέπει να σβήσω το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μου. Λογικό;

Βράδυ και Μέρα

Ένας κινέζικος θρύλος διηγείται την ιστορία δύο εραστών που ποτέ δεν καταφέρνουν να συναντηθούν. Τα ονόματα τους είναι Βράδυ και Μέρα. Τις μαγικές ώρες του δειλινού και της αυγής οι εραστές πλησιάζουν και κοντεύουν να αγγίξουν ο ένας τον άλλο, αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνουν. Λένε ότι αν κάτσεις κι αφουγκραστείς, μπορείς να ακούσεις τους θρήνους τους και να δεις τον ουρανό να βάφεται κόκκινος από την οργή τους. Ο θρύλος λέει πως οι θεοί σκέφτηκαν ότι πρέπει να τους δοθεί μια στιγμή ευτυχίας και γι'αυτό έφτιαξαν τις εκλείψεις, κατά τη διάρκεια των οποίων οι εραστές συναντιούνται και κάνουν έρωτα. Εσύ και εγώ περιμένουμε τη δική μας έκλειψη. Τώρα που καταλάβαμε ότι δε θα ξανασυναντηθούμε ποτέ, ότι είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε χωριστά, ότι είμαστε σαν το βράδυ και τη μέρα.

σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα Ι

Όσο μεγαλώνουμε το άγχος με τυλίγει όλο και περισσότερο.
Όλοι γύρω μας παντρεύονται, χτυπάνε βιολογικά ξυπνητήρια και καμπάνες.
Βλακείες. Εγώ με σένα θα έκανα τα πάντα. Ανά πάσα στιγμή.

Είμαι σ’ένα χαζοκλάμπ, γύρω έχει Πρωτοχρονιά, μέσα μου Μεγάλη Παρασκευή.
Περνάει και δεν ακουμπάει ο χρόνος, χωρίς την παρουσία σου.
Πως να στο πω, αξίζει λιγότερο η ζωή όταν δεν τη ζω μαζί σου.

Και μετά έρχονται στο μυαλό τα χειρότερα.
Τα έφερε μαζί του το έβδομο τζιν λεμόνι.
Μακάρι να γυρίσεις κάποτε. -Σχεδόν απίθανο-.
Αν δε γυρίσεις, παρακαλώ το Θεό να με πάρει με έναν ανώδυνο θάνατο, πέντε λεπτά πριν μάθεις ότι είσαι έγκυος από άλλον.

                                                (Από τις σημειώσεις στη Χαρτοπετσέτα)

ρεκόρ Γκίνες

Πόσο αδικημένη η λέξη καψούρα. Τα πάντα έχουν γραφεί για την ξαδέρφη της, την αγάπη ενώ για αυτήν τίποτα.
Την έφαγε το κακό marketing. Λες και υπάρχει αγάπη χωρίς καψούρα ή αξίζει να υπάρχει καψούρα χωρίς αγάπη.
Άσχημη λέξη σίγουρα. Οι ποιητάδες θα σου πούν φτηνό συναίσθημα. Όσοι βέβαια την καταλάβουν χωρίς περισπωμένη.

Για την αγάπη ο ένας έδωσε τη ζωή του, ο άλλος το νεφρό του και ο τρίτος την ησυχία του μετακομίζοντας στην άλλη άκρη του κόσμου.
Για την αγάπη έγιναν πολέμοι, δολοφονήθηκαν πάμπολοι, μαράζωσαν περισσότεροι.
Για την καψούρα τι;
Ποιό είναι το ρεκόρ Γκίνες για την καψούρα;
Απαντήστε μου.

Όποιο και αν είναι το σπάω σήμερα. Τώρα.
Τίποτα δε με κρατάει.
Αφού λίγο πρίν διέλυσα και το ρεκόρ Γκίνες του ποτού.
Έτσι όπως τα έκανες, είμαι αναγκασμένος να σε δω να παντρεύεσαι αλλον.

εσωτερικό

Πάλι ήρθε η σειρά μου να γράψω. Γενικά θέλω να αποφεύγω τα ερωτοpost αλλά λόγω των ημερών θα ξαναλυγίσω.
Πως με έπεισα πάλι.

Παραλήρημα με πιάνει τέτοιες μέρες όταν σ’ακουμπάει η σκέψη μου.
Που είναι η αιώνια γκρίνια, τα παράπονα, η έλλειψη εμπιστοσύνης που ζούσαμε;
Πάντα έτσι ήταν. Και το γουστάραμε ρε παιδί μου. Που είσαι τώρα, που οι γιορτές μου ζητάνε τη ζεστασιά του γνωστού, του οικείου, του μαζί;
Ζήτησα από τον Άγιο να μου φέρει λίγα παράπονα και λίγη γκρίνια να ξαναχαμογελάσω. Αφού δε μπορώ να ζητήσω εσένα.

Δε με έχεις πάρει τηλέφωνο για μήνες και δεν απορώ πιά γιατί. Με βαρέθηκε η ψυχή σου. Φαντάσου τέτοιες μέρες πως νιώθουν π.χ οι πρόσφατα διαζευγμένοι ή ένα ζευγάρι που έχασε ένα παιδί. Πόσο δυσκολότερα θα έιναι τώρα απο το να συμβαίναν αυτά, ας πούμε, 15 Μάρτη ή 8 Οκτώβρη. Όταν εγώ, με τα χαζά μου, είμαι έτοιμος να ορκιστώ ότι πιο κάτω δεν έχει.

Πριν σε γνωρίσω ήμουν ήρεμος σε μια ανώδυνη μοναξιά.
Δε μου έλειπαν τόσα πολλά. Τώρα που έμαθα ότι υπάρχεις, η ηρεμία είναι μακρινή ανάμνηση. Και έχω πολύ δρόμο να διανύσω. Απλά, ξαναλέω, τέτοιες μέρες είναι πάντα πιό δύσκολα.  Όταν δεν έχεις έναν άνθρωπο που να μη θέλεις να τον κλωτσήσεις μακριά μόλις τελειώσει το σεξ.
Αυτός, ο αλάνθαστος νόμος της στοργής.

Σε χρόνο αόριστο

Σε αόριστο χρόνο ζήσαμε.
Πως να οριστούμε άλλωστε;
Δύο όνειρα που μπλέκαμε τα βράδια.
Πέρα απο το χρόνο. Πέρα από τον χώρο.
Μέσα από τις εποχές.
Τρέχαμε χωρις παύσεις.
Κάναμε τους μήνες λεπτά.
Τα χρόνια δευτερόλεπτα.

Χωρίς ανάσα πια το κοινό μας βήμα.
Χαμένο στις τόσες μεταφράσεις.


Σε χρόνο αόριστο ζούμε.
Στη μνήμη.
Για μιά στιγμή.
Ούτε καν σε χρόνο παρατατικό.

Το δέντρο που γέρνει

Στο Θεατράκι στην Πάτρα υπάρχει ένα δέντρο.
Δεν το έχω φυτέψει εγώ αλλά με κάποιο τρόπο μου ανήκει.
Είναι το δεντρί μου.
Είναι το μοναδικό δέντρο που γέρνει.

Εκεί πριν χρόνια σκάλισα το όνομα σου.
Ξέρω όλα τα ζευγάρια βρίσκουν μαζί ένα δέντρο και μέσα στον απόλυτο έρωτα,
γράφουν τα ονοματά τους, καρδούλες και μπλα μπλα μπλα.
Αλλά εγώ όπως και σε όλα τα άλλα ήμουν μόνος.
Και έγραψα μόνο το δικό σου όνομα.
Γιατί και τα δύο;

Ήταν ένα άρρωστο δέντρο που περίμενε να κοπεί.
Οι ρίζες του είχαν σκάψει το χώμα και έβαζαν εμπόδια στους περαστικούς.
Όταν το σκάλισα δεν ήξερα καν αν θα μείνει μέχρι την επόμενη μέρα.
Αν το δέντρο ξέρναγε το όνομα σου;
Πήγα την επόμενη μέρα και ήταν εκεί. Με κοίταζε ευχαριστημένο.
Μάλλον του άρεσε το όνομα σου και είπε να το κρατήσει.

Μετά είπα δε μπορεί θα το ξεριζώσουν σύντομα.
Και όμως μετά απο λίγο καιρό του βάλανε πασσάλους για να το στηρίξουν.
Πεισματική αντίσταση.

Είχα πει ότι όσο μένει το όνομα σου γραμένο εκεί θα μένει και στο κεφάλι μου.
Κάτι σαν θέλημα Θεού.

Πήγα τώρα μετά από χρόνια ξανά.
Το άρρωστο δέντρο εκεί, αγέρωχο, με το όνομα σου πάνω.
Και η υγιής σχέση μας στα τάρταρα.


Έμεινε κάτι χειροπιαστό να σε θυμίζει.

Ξημέρωμα στο Λυκαβηττό

Το cd δυναμώνει. Λευκό μου γιασεμί.
Ανεβαίνουμε ψηλά στην Αθήνα. Μετά το βρόμικο στη Σούτσου πρέπει κάπως να συνεχιστεί η βραδιά. Έχω εσένα και πως να πάω σπίτι.
Ανηφορίζουμε προς Λυκαβηττό λίγο πριν ξημερώσει.
Όταν βλέπεις την Αθήνα από ψηλά, αυτή τη μίξη ομορφιάς και βλακείας, αναγκαστικά σκέφτεσαι τη ζωή σου.
Αποκλείεται να είναι πιό πολύπλοκη από την Αθήνα. Και όμως αυτή η πόλη μόνιμα τα καταφέρνει.
Από πάνω κοιτάζεις αυτούς τους καταρράκτες τσιμέντου, τα βουνά απο σκουπίδια ή τις φυλές της Γης που έχουν μαζευτεί εδώ.
Το αστικό θαύμα του Κόσμου.

Ξαναλέω. Έχω εσένα. Καθόμαστε εκεί, το cd έχει κολλήσει στο ίδιο τραγούδι και γιατί άλλωστε να θέλει να αλλάξει.


Είναι φορές που χωρίς αφορμή,
μέσα μου τρέμει μια ξένη φωνή,
που μου θυμίζει στιγμές
από παλιές μου ζωές
και ένας αέρας ζεστός
γιασεμιά φορτωμένος, φυσάει βουρκωμένος.
Λευκό μου γιασεμί, μη νυχτώσεις.

Προσπαθώ να ανακαλύψω τις παλιές μου ζωές από ψηλά.
Δε φτάνει το μάτι στην Καισαριανή, στου Παπάγου ή αλλού.
Είναι μόνο φωτάκια, η απόσταση σαν οδοστρωτήρας τα αφήνει όλα ίδια.

Το σπίτι μας φαίνεται ίδιο με τα σπίτια όλων των Αθηναίων. Και μπορεί να είναι. Σίγουρα πάντως είναι μια ανάμνηση. Παραγγέλνουμε καφέ.
Το παρελθόν είναι μέσα στην πόλη, το παρόν είναι εδώ, ψηλά.
Απο το Λυκαβηττό, κλείνοντας τα μάτια, χωρίς σκέψεις πια, αρχίζει μια καινούργια ζωή.
Και το cd να έχει κολλήσει.
Όμως, Θεέ του πένθους έχω δύο-τρεις ερωτήσεις να σου κάνω που ελπίζω κανείς άλλος ταλαίπωρος να μην τις έκανε ποτε.
Γιατί παραγγέλναμε απο το πιό γνωστό delivery της Αθήνας και κάθε μέρα βλέπω δεκάδες τέτοια μηχανάκια μπροστά μου;
Γιατί πρέπει να περνάω από τα μέρη μας κάθε πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά;
Γιατί πρέπει να βλέπω την αδερφή της κάθε μέρα;
Και κυρίως γιατί Θεούλη μου να οδηγεί ένα τόσο συνηθισμένο αμάξι του οποίου όλοι οι οδηγοί να μοιάζουν μ’αυτή;


Έγκλημα να οδηγείς στην Αθήνα.
Όλα γύρω μου φαίνονται μαύρα. Ξένα, παγερά. Ίσως φταίνε τα φώτα της σκηνής ίσως και τα μάτια μου. Που είναι γεμάτα δάκρυα μέσα σ’όλες τις μουσικές του κόσμου. Χορεύω ένα αργό ρυθμό. Εγώ και ο πόνος μου. Κρατιόμαστε σφιχτά, ζευγάρι στο πρώτο ραντεβού. Κλείνω τα μάτια να καταπιώ τη στιγμή. Να μη φύγει κανείς απο κει.

Και τα δάκρυα πέφτουν στο πάτωμα. Πάνω στα βήματα του πρώτου μας χορού. Φοβάμαι μη γλιστρήσεις και σε πιάνω, πόνε μου, πιο σφιχτά. Απο πίσω το γνωστό τραγούδι “γιατί με άφησες και δεν την παλεύω γαμώτο μου”. Και πιο σφιχτα.

Δεν έχει σημασία τι ώρα είναι. Ακόμα και αυτή την ώρα τη δύσκολη σημασία έχεις εσύ.
Χορεύω και εσύ κοιμάσαι άλλο ένα βράδυ. Τον ύπνο του δικαίου.

Πανσέληνος

Πάει καιρός που έχω ξεχάσει το πάχος των χειλιών σου.
Την ομορφιά του να θυμάμαι.
Μετανιώνω πικρά που δε συμπεριφέρθηκα με την πρέπουσα φροντίδα στις μικρές σου συνήθειες.
Εντάξει κάποτε και αυτές μπορεί να μοιάζαν ενοχλητικές αλλά τουλάχιστον ήταν εκεί.
Λάμβαναν χώρα μπροστά στις πέντε αισθήσεις. Τώρα ο χώρος δράσης τους είναι μόνο η μνήμη μου.
Και λίγο αργότερα η λήθη.
Αυτή είναι η φυσική εξέλιξη του παρελθόντος. Η ζωή αυτών των στιγμών ακόμα και στη μνήμη είναι περιορισμένη.
Γιατί δε σε κοίταζα όταν μπορούσα;
Γιατί δε σου κρατούσα το χέρι όταν ήταν απλωμένο;
Γιατί σου έλεγα ότι μ’ενοχλεί να μου πειράζεις το πρόσωπο; Γιατί; Γιατί; Γιατί;

Αυτά σκέφτομαι μια καλοκαιρινή νύχτα ενώ είμαι στριμωγμένος στη πίσω θέση ενός αυτοκινήτου.
Έχω ιδρώσει. Περνάμε πάνω απο τη γέφυρα του Ρίου.
Και ακουμπάω με το διπλανό μου όλη την ώρα.
Έχουμε και μεγάλο ταξίδι.
Καταδικασμένος να ακουμπάω έναν άνθρωπο χωρίς νόημα.
Χωρίς το νόημα που έψαχνα. Την επαφή που έψαχνα.
Τους παρατάω και βάζω μουσική μόνος μου.
“Δε νιώθω θλίψη, μα μου χει λείψει
το λάγνο ψέμα σου που τα κανε όλα ωραία”.

Mar adentro

Η θάλασσα μέσα μου,
η θάλασσα μέσα μου.
Και η έλλειψη βαρύτητας
στο βυθό εκεί που τα όνειρα
γίνονται πραγματικότητα,
δυο βουλές ενώνονται για να
πραγματοποιήσουν μια ευχή.
Η ματιά σου και η ματιά μου σαν ηχώ που επαναλαμβάνεται,
χωρίς λόγια.
Όλο και βαθύτερα,
πέρα απο όλα, μέσα απο
το αίμα και τα κόκκαλα.
Πάντα όμως ξυπνώ και
εύχομαι να ήμουν νεκρός,
να μένω με το στόμα μου
μπλεγμένο στα μαλλιά σου.
-Έλα φαε κατι.
-Μα δεν πεινάω, σταμάτα πια.
-Μα πρέπει να φας. Είσαι τρεις μέρες χωρίς μπουκιά.
-Δεν κατεβαίνει τίποτα. Άστο. Μη με πιέζεις.
-Ενας χωρισμός είναι. Πρέπει η ζωή να συνεχιστεί. Πάμε να γίνουμε έστω λιώμα.
-Δεν έχω όρεξη σου λέω. Πονάει το κεφάλι μου, το στομάχι μου.
 Νομίζω οτι ανεβάζω πυρετό.
-Μα στο είπα. Θα πάθεις τίποτα στο τέλος.
 Να σου φέρω ενα Depon, μια ασπιρίνη;
-Δεν κάνει. Παίρνω ήδη χάπια.
-Ε; Τι χάπια παίρνεις;
-Χάπια του Χρόνου. Να γίνει πρώτα καλά η καρδιά.

Σ'αγαπαααααααω

Τώρα είναι η ώρα μου. Η ώρα της πληρωμής.
Όταν φερθείς άδικα σε κάποιον κάποτε πρέπει να πληρώσεις.
Ακόμα και σε μια λέξη.
Επι χρόνια την περιέφερα απο δω και από εκεί.
Τη χρησιμοποιούσα για να βγώ απο δύσκολες καταστάσεις,
για να κάνω σεξ, για να πω ψέμματα.
Την πέταγα ετσι, την έσερνα, την κακοποιούσα.
Την είπα σε απίθανους ανθρώπους χωρίς δεύτερη σκέψη.
“Ένοχος κύριε πρόεδρε μέχρι εδώ”.
Στο μόνο άνθρωπο που πάλεψα για να του τη μάθω δεν κατάφερα τίποτα.
Έγινε και αυτός σαν και εμένα. Άλλος ένας κοινός κακοποιός της λέξης.
Κάνοντας την πρακτική του πάνω μου.
Βέβαια εγώ σαν δάσκαλος προσπάθησα.

Όλα της τα έμαθα, μα ξέχασα μια λέξη.

Και όμως στους μόνους ανθρώπους που την αξίζουν δεν την είπα ποτέ.
Σε δύο τύπους που αδιαφορώντας μάλλον για μια γενετική σχέση,
κάνουν οτι μπορούν να με πείσουν ότι είμαι όλος ο κόσμος τους.
Και σαν συναισθηματικά ανάπηρο που είμαι με έχουν πείσει.
Στο μυαλό τους δεν υπάρχουν “δε μπορώ να σε βλέπω”,
δεν υπάρχουν “δώσε μου λίγο χρόνο”, δεν υπάρχουν πισωγυρίσματα
και αποστάσεις.
Δεν είμαι αχάριστος. Το νιώθω χρόνια απέναντι τους.
Απλά δε βγαίνει απο το στόμα.
Έχω σταθεί μπροστά τους καλοντυμένος, αγχωμένος και προβαρισμένος.
Και ο αγαπούλας ξαφνικά χάνεται. Ξεχνάω ελληνικά, αγγλικά και νοηματική.
Όμως κάποια στιγμή πρέπει να ακουστεί.
Το χρωστάω σε εμένα, σε αυτούς και στη λέξη.

Και επειδή είμαι και σκατοπροληπτικός πιστεύω ότι μέχρι τότε  η λέξη,
που ούτε το όνομα της δεν τολμώ να πω, θα συνεχίσει να με τιμωρεί.

Δύο Λ

Στην πόλη που γεννήθηκα είδα μια φράση στην τουαλέτα ενός μπαρ.
“Δεν είναι ότι μακριά σου πεθαίνω,
απλώς κοντά σου ζούσα”
Μια τόσο απλή φράση στην απεγνωσμένη προσπάθεια να περιγράψει τη σχετικότητα του εν ζωή θανάτου.
Σκέφτηκα ότι πρέπει να το έχει γράψει τουλάχιστον ο Καβάφης.
Αλλά επειδή μάλλον δύσκολο να ήταν το μπάρ ανοιχτό τη δεκατία του ‘20 κατέληξα οτι μάλλον κάποιος μεθυσμένος το έγραψε.

Με διέλυσε τη στιγμή που τη διάβασα. Ήθελα αμέσως αέρα.
Με δυσκολία λοιπόν έσυρα το πτώμα μου έξω και πήγα μια βόλτα στο μεγάλο φάρο.
Δεν ξέρω πόση ώρα έκανα συντροφιά στις πέτρες και στη θάλασσα.
Η φωνή μου μόνο έφευγε απο το παρεάκι μας που και που και χανόταν στη θάλασσα.
Ήθελα να βουτήξω ετσι στη μέση του χειμώνα.
Μήπως φέρω στη μαύρη ζωή μου καλοκαίρι.
Να μ’αγκαλιάσει η θάλασσα και να με πείσει οτι ζω και χωρίς εσένα.

Το χειρότερο όμως δε σας το είπα ακόμα.
Καθόταν δύο τραπέζια από την τουαλέτα. Διάβασα τη φράση και το επόμενο πρόσωπο που είδα ήταν το δικό της.
Γελούσε, φώναζε, ήταν ευτυχισμένη. Και παλιά τα έκανε αυτά αλλά ήμουν σίγουρος ότι ο λόγος της ευτυχίας της ήμουν εγώ.
Τώρα άραγε ποιός να είναι;
Ελπίζω εκείνη τη μέρα να μην πήγε τουαλέτα.
Τουλάχιστον αυτό.

Γενέθλια

Σήμερα είχες τα γενέθλια σου.
Λογικά εσύ πίνεις για να γιορτάσεις, εγώ πάντως είμαι ήδη μεθυσμένος.
Είναι η πρώτη χρονιά μετά απο πολλά χρόνια που δε σου ευχήθηκα.
Ή μάλλον για να είμαι ακριβής δεν το ξέρεις οτι σου ευχήθηκα.

Δύο βδομάδες τώρα ανησυχούσα γι’αυτή τη μέρα.
Τηλέφωνα απο φίλους να δουν τι κάνω.
Και για κάποιο λόγο, λόγια παρηγοριάς που είχα μήνες να ακούσω.
Λες και οι φίλοι μου ήταν μυστικοί πράκτορες σου, με αποστολή να με ξανασκοτώσουν.
Όμως είμαι ακόμα ζωντανός και ας μην ακούγομαι ετσι.

Σαν σήμερα πριν απο 25 χρόνια γεννήθηκε μαζί σου και ο μισος μου εαυτός.
Τα βασικά. Η ουσία μου.
Και μετά από 6 μήνες ο άλλος μου μισός.
Ξέρεις τα τυπικά. Το δέρμα, το αίμα, τα πόδια.
Τέτοια μέρα ένα παρόμοιο μήνυμα σου έστελνα για χρόνια.

Τώρα σου γράφω σαν τον κλέφτη λες και ντρέπομαι.
Πίσω απο έναν υπολογιστή χωρίς να με ξέρει κανείς.
Αλλά και στους αγνώστους για σένα λέω.

Λέγαμε ότι στη σχέση μας έβαζε ο καθένας τα μισά.
Ένα χέρι, ένα πόδι, μια ιδέα, ένα φιλί.
Ότι έλειπε απο τον άλλο.
Σήμερα μου παραπονιούνται όλα αυτά που έβαζα.
Σήμερα πονάει ένα χέρι, ένα πόδι και ολόκληρη η καρδιά.

Μ'αγαπάει, δε μ'αγαπάει;

Τα χρόνια πέρασαν.
Έφυγαν σαν τα πέπλα μιας μαργαρίτας.
Ή καλύτερα ενός τριαντάφυλλου. Που σου μοιάζει.
Τόσο όμορφο αλλά για δοκίμασε να το κρατήσεις σφιχτά στην παλάμη σου..
Σκόρπαγα ένα ένα τα φύλλα φωνάζοντας δυνατά γεμάτος απορία.
“Μ’αγαπάει, δε μ’αγαπάει”..
Όπως κάνουν τα παιδιά. Γιατί ρε συ και εγώ ένα παιδί ήμουν.
Η απάντηση δεν έχει πιά κανένα νόημα.
Ούτε καν για την παρηγοριά του τότε αισθήματος μου.
Τα χρόνια μου σκόρπια στο πάτωμα.
Έρμαια του παραμικρού αέρα.
Χάθηκαν και εγώ μόνο αναρωτιόμουν.
Και ακόμα.
“Μ’αγαπούσε, δε μ’αγαπούσε”..

Εσύ μ’έκανες να μη σ’αγαπάω πια.
Αυτή είναι η τιμωρία σου προς εμένα.

Γιατί όταν παύεις να αγαπάς κάποιον εσύ υποφέρεις.
Χωρίς να φταίς, χωρίς να μπορείς να γλιτώσεις.

"Ποιόν αγαπάς περισσότερο στη ζωή σου;"

Μια μουσική χωρίς αντάλλαγμα να γράψω για σένα. Μέσα στο ξημέρωμα να νοιώσω το λόγο που ζω. Για σένα, που ο πόνος που μου δίνεις κάθε μέρα είναι διαφορετικός. Έχεις αφήσει τα αγκάθια σου μέσα μου, να πονάω απο επιθυμία. Και η ανάμνηση του πόνου καποιου tattoo που υπάρχει  ειναι παιχνιδάκι μπροστα στο δικό σου.

Ναι, για σένα. Που αγάπησα πολύ. Όμως το αντίδοτο στον πόνο σου είναι οτι υπάρχουν πολλά άτομα που αγαπώ. Και ευτυχώς στην ερώτηση “Ποιον αγαπάς περισσότερο στη ζωή σου;” δεν έχω απάντηση. Για την ακρίβεια δεν έχω μια απάντηση. Θα μπορούσα να γράψω μια λίστα.

Δυστυχώς είσαι και εσύ ακόμα στη λίστα. Και δεν προβλέπεται να βγεις.

πιό εύκολο να κλαις παρά να ζεις

Πέρα απο τα φώτα της πόλης ξέρω και πάλι ποιον σκέφτεσαι. Κι ας έχουν περάσει κάμποσα χρόνια που τα κορμιά μας δεν έχουν συναντηθεί. Νομίζω 2. Μπορεί και 25. Όλο μπερδεύομαι και δε μπορώ να τα ξεχωρίσω.
Και αυτες τις νύχτες ρε παιδί μου γιατί δεν τις πήρες μαζί σου όπως έφευγες.
Έρχονται και ξανάρχονται λες και έχω πια κάτι να τους δώσω

Είναι πιο εύκολο να κλαις παρά να ζεις. Θα μου λείψει πολύ το κλάμα αλλά η ζωή δε μπορεί να περιμένει άλλο.
Τι θα γράψω στον τάφο μου κάποτε;
Ότι έκλαιγε πολύ και δεν είχε χρόνο να ζήσει;
Ή να με σκεπάζει αιώνια το απέραντο κενό;
Απαπαπαπα…

Υ.Γ
Βρήκα τελικά
“Ένας άνθρωπος που δεν αγαπήθηκε όσο έπρεπε στα πρώτα χρόνια της ζωής του και ύστερα χάθηκε νωρίς, πριν του ζητήσουν συγνώμη”